Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

2010, Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της ελληνικής χρεοκοπίας (ιστορικό δημιουργίας ''χρέους'')

23.5.2010

Του Δημήτρη Καζάκη

οικονομολόγου - αναλυτή
Σε μια συνέντευξή του ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνο διατύπωσε την εξής ενδιαφέρουσα άποψη:
«Καμία χώρα με τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού, με τόσο μεγάλη εξάρτηση από δανεικά κεφάλαια για να λειτουργήσει δεν είναι κατ’ ουσίαν ελεύθερη. Οι πιστωτές – είτε άμεσα είτε έμμεσα – ζητούν λογαριασμό για το τι κάνεις τα λεφτά που σε δανείζουν, όχι απαραίτητα γιατί θέλουν να επιβάλουν την οικονομική τους πολιτική, αλλά κυρίως για να εξασφαλίσουν ότι τα χρήματα που σου δανείζουν θα μπορέσουν να τα πάρουν πίσω, γιατί είναι χρήματα φορολογουμένων και ασφαλισμένων σε Ταμεία άλλων χωρών και μετόχων στους οποίους λογοδοτούν» («Κόσμος του Επενδυτή», 15-16.5).
Ας αφήσουμε κατά μέρος την αναφορά σε «φορολογούμενους και ασφαλισμένους σε Ταμεία άλλων χωρών», όπου υποτίθεται ότι λογοδοτούν οι πιστωτές της χώρας μας. Πρόκειται για τις συνήθεις ανοησίες με τις οποίες διανθίζουν τόσο ο κύριος υπουργός όσο και ο πρωθυπουργός της χώρας τις λιγοστές αλήθειες που αναγκάζονται να ομολογήσουν. Άλλωστε δεν μπορεί να μην ξέρει κοτζάμ υπουργός Οικονομικών ότι σε ασφαλιστικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες ανήκει μόλις το 15% των ελληνικών ομολόγων.
Κι αυτοί που διαχειρίζονται τα λεφτά των «φορολογουμένων και ασφαλισμένων» λογοδοτούν σ’ αυτούς όσο λογοδοτούν και οι διαχειριστές των δικών μας ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίοι καθ’ υπόδειξη των κυβερνήσεων, αλλά και γνωστών κερδοσκοπικών κυκλωμάτων, έχουν φορτώσει τα ταμεία με κάθε λογής ομόλογα και άλλες ανάλογου τύπου επενδύσεις χωρίς αντίκρισμα.
Οι πιστωτές του κράτους εξ άλλου δανείζουν την Ελλάδα μόνο επειδή γνωρίζουν ότι έχουν να κερδίσουν πάρα πολλά. Πάντα με την αμέριστη βοήθεια των κυβερνήσεων αυτής της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ολόκληρη την περίοδο της μεταπολίτευσης, 1974-2009, η Ελλάδα έχει πληρώσει σε εξυπηρέτηση χρέους πάνω από 640 δισ. ευρώ για ένα κυλιόμενο δημόσιο χρέος των 300 δισ. ευρώ το 2009. Πρόκειται για μια μέση απόδοση της τάξης του 215%!
● Ποια άλλη επιχείρηση μπορεί να υπερηφανευτεί για τέτοιες αποδόσεις;
● Γιατί λοιπόν να μη φορτώσουν με δάνεια τη χώρα;
Ωστόσο, αυτό που ομολογεί ο υπουργός Οικονομικών, ότι δηλαδή το βασικό πρόβλημα έγκειται στις «τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού», είναι αυτό που αρνιόταν να παραδεχθεί η κυβέρνηση ευθύς εξαρχής. Αντ’ αυτού είχε πλασάρει το γνωστό πια παραμύθι περί «αξιοπιστίας της χώρας στις αγορές». Για να μη μιλήσουμε για τον Καιάδα του ΔΝΤ, ο οποίος, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο υφυπουργός Οικονομικών Σαχινίδης, ήταν εξαρχής ο κρυφός στόχος της κυβέρνησης, ήδη από την επομένη των εκλογών.
Όμως αυτό που δεν διευκρινίζει ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι το πώς γεννήθηκαν αυτές οι «τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού».
Στον Μητσοτάκη η ρίζα του κακού!
Το ελληνικό κράτος δανειζόταν ανέκαθεν, όχι για να επενδύσει στην ανάπτυξη της χώρας και στην ευημερία του λαού, αλλά για να ξεπληρώσει παλιότερα δάνεια που είχε συνάψει με επαχθείς όρους.
«Η μεγάλη αυτή δανειακή επιβάρυνσις εδημιουργήθη συνεπεία των υποχρεώσεων των παλαιών δανείων και μάλιστα δανείων μη εισπραχθέντων και μη χρησιμοποιηθέντων χάριν της εθνικής οικονομίας» έγραφε το 1937 ο καθηγητής Άγγελος Αγγελόπουλος σχετικά με την υπέρογκη δανειακή επιβάρυνση του κράτους εκείνης της εποχής.
Οι σημερινές δανειακές ανάγκες, τα σημερινά αδιέξοδα της υπερχρέωσης, έχουν την καταγωγή τους στις ρυθμίσεις των προπολεμικών χρεών της χώρας που έγιναν στη δεκαετία του 1960 από τις κυβερνήσεις της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου. Από την περίοδο της απελευθέρωσης, τόσο το ΕΑΜ όσο και σύσσωμη η Αριστερά αργότερα, με κύρια έκφρασή της την ΕΔΑ, είχαν ως βασική θέση τη διαγραφή των προπολεμικών χρεών της χώρας, με σκοπό την αυτοδύναμη παραγωγική ανασυγκρότησή της προς όφελος του λαού της.
Την άποψη αυτή, περί διαγραφής των προπολεμικών χρεών, είχαν υιοθετήσει την εποχή εκείνη και μια σειρά σεβαστών καθηγητών της οικονομίας, όπως ο μετέπειτα ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος, ο διατελέσας διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Ξενοφών Ζολώτας, ο καθηγητής Δημήτριος Καλιτσουνάκης κ.ά. Το θεωρούσαν – εκτός όλων των άλλων – και ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής από τους συμμάχους προς την Ελλάδα που υπέστη ανυπολόγιστες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Φυσικά οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι κάθε άλλο παρά ήταν διατεθειμένοι να ξεχάσουν τα προπολεμικά χρέη της Ελλάδας. Αντίθετα θέλησαν να τα χρησιμοποιήσουν για να τη μετατρέψουν ουσιαστικά σε αποικία τους. Εν τη μεγαθυμία τους, αντί για διαγραφή, πρότειναν αναδιαπραγμάτευση και ρύθμιση των προπολεμικών χρεών.
Έτσι ξεκίνησε ένας οργανωμένος διεθνής διασυρμός της χώρας από τους πιστωτές της προκειμένου να εξασφαλίσουν, μέσα από την αναδιαπραγμάτευση του προπολεμικού χρέους, όσο το δυνατόν μεγαλύτεραοφέλη. Ο διασυρμός αυτός διάρκεσε σχεδόν δυο δεκαετίες, με αποτέλεσμα μια αποικιοκρατική ρύθμιση των προπολεμικών χρεών.
Την τελική αυτή ρύθμιση επέτυχε – ποιος άλλος; – ο κ. Μητσοτάκης, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, τον Ιούλιο του 1964. Ο Μητσοτάκης προχώρησε σε τέτοια ρύθμιση χρεών, ώστε μπροστά της ωχριούσε ακόμη και η παλιότερη της ΕΡΕ.
«Η ονομαστική αξία των χορηγηθεισών νέων ομολόγων εις τους κομιστάς προπολεμικών εσωτερικών δανείων διαπλασιάζεται, ο τόκος αυξάνεται και θεσπίζεται λαχείον. Εν συγκρίσει προς την ρύθμισιν υπό της κυβερνήσεως της ΕΡΕ, δίνονται ήδη 160% επί πλέον», θριαμβολογούσε τότε η φιλική προς τον Μητσοτάκη «Ελευθερία» (16.7.1964). Ο διακανονισμός αποπληρωμής αυτής της λεόντειας σύμβασης προβλεπόταν να γίνει εντός 42 έως 45 ετών. Ο κ. Μητσοτάκης, δηλαδή, το 1964 υποθήκευσε τη χώρα έως το 2006 και 2009!
Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα αναγνώριζε και όφειλε να αποπληρώσει προπολεμικά δάνεια από το 1881 σε τουλάχιστον διπλάσια από την τρέχουσα αξία τους. Κι αυτό παρά, το γεγονός ότι είχαν μεσολαβήσει δυο επίσημες πτωχεύσεις της χώρας (το 1893 και το 1932) και δυο παγκόσμιοι πόλεμοι που την είχαν κυριολεκτικά ισοπεδώσει. Το ύψος αυτών των υποχρεώσεων αντιστοιχεί σε σημερινές τιμές γύρω στα 100 δισ. ευρώ! Δηλαδή σχεδόν το ένα τρίτο του σημερινού δημόσιου χρέους. Αυτές αποτέλεσαν τη βάση της δυναμικής του σημερινού χρέους, που είναι πλέον αδύνατο να αποπληρωθεί.
Ο γνωστός ιστορικός της περιόδου Ζορζ Μεϊνό παρατηρούσε ότι ο «εξαναγκασμός της χώρας ν’ αναλάβη την εξυπηρέτηση του δημοσίου της χρέους, υποχρέωση με αμφίβολη ηθική βασιμότητα», αποκτά εκ των πραγμάτων «δυσάρεστο χαρακτήρα για την οικονομική κατάσταση μιας χώρας από την στιγμή που η κυβέρνησή της είναι υποχρεωμένη να συνάπτη νέα χρέη για να εξασφαλίση την υπηρεσία των παλαιών». Κι αυτά γράφονταν το 1964.
Από τη χούντα στον Καραμανλή
Η χούντα κατόπιν θεσμοθέτησε ως αναπόφευκτη την πολιτική υπερχρέωσης ισχυριζόμενη ότι «ο συνεχώς διογκούμενος δανεισμός από την ξένην κεφαλαιαγοράν ακολουθεί ως αναπόφευκτον δυσμενές σύνδρομον αυτής της ανωμαλίας (σ.σ.: του ελλειμματικού ισοζυγίου πληρωμών), καθιστών ακόμη στενωτέραν την εξάρτησιν από το εξωτερικόν. Και το τελευταίον αυτό αποτελεί την πλέον εντυπωσιακήν ομοιότητα μεταξύ των μικρών εθνικών οικονομικών μονάδων» («Ελεύθερος Κόσμος», 29.12.1968).
Με άλλα λόγια, ως τυπική Ψωροκώσταινα, η Ελλάδα δεν μπορεί να αποφύγει τον δυσμενή δανεισμό από τη διεθνή κεφαλαιαγορά. Ό,τι δηλαδή ισχυρίζονται και οι σημερινοί κυβερνήτες.
Με τη μεταπολίτευση οι κυβερνήσεις Καραμανλή του πρεσβύτερου όχι μόνο αναγνώρισαν τα κρυφά και φανερά χρέη της χούντας, αλλά συνέχισαν στον ίδιο καταστροφικό δρόμο. Ο υφυπουργός Συντονισμού Στ. Δήμας διευκρίνιζε ότι «η χώρα μας... θα συνεχίσει για αρκετά ακόμη χρόνια να έχει την ανάγκη προσφυγής στον εξωτερικό δανεισμό...» («Ναυτεμπορική», 20.10.1979).
Ενώ ο κ. Μητσοτάκης, ως υπουργός Συντονισμού, δήλωνε υπερηφάνως: «Όλοι επιδιώκουν να μας δανείσουν!» (ό.π.). Και πώς να μην επιδιώκουν να μας δανείσουν, όταν κάθε σύμβαση δανείου, ιδίως από το εξωτερικό, συνοδευόταν με προνομιακούς όρους αποπληρωμής και ταυτόχρονα με δεσμεύσεις αγοράςπροϊόντων, βιομηχανικών και άλλων, από την πιστώτρια χώρα;
Κι ενώ ο ελληνικός λαός, από τον «γύψο» της χούντας, έμπαινε στον «γύψο» της μόνιμης λιτότητας επί μεταπολίτευσης, οι κυβερνήσεις Καραμανλή ανακάλυπταν ένα νέο κόλπο για να φορτώνουν με χρέη το Δημόσιο. Αντί να δανείζεται η κεντρική κυβέρνηση, έβαζαν τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις κρατικές τράπεζες να δανείζονται, για να καλύπτονται οι «μαύρες τρύπες» στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και να τροφοδοτούνται με «δανεικά και αγύριστα» οι μεγαλοβιομήχανοι και οι κρατικοδίαιτοι μεγαλοεπιχειρηματίες της εποχής.
Έτσι εντέχνως εμφανιζόταν ο δημόσιος δανεισμός να είναι περιορισμένος,την ίδια στιγμή που οι δημόσιες επιχειρήσεις και οι τράπεζες φορτώνονταν με χρέη έως και 10 φορές την κεφαλαιακή τους σύνθεση.
Η εποχή Ανδρέα Παπανδρέου
Το 1981 η πλειονότητα του ελληνικού λαού πίστεψε ότι θα απαλλάξει τη χώρα από αυτόν τον βραχνά και ανέδειξε στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, το οποίο είχε υποσχεθεί «σεισάχθεια» για τα χρέη και τιμωρία για τους ενόχους της εξωτερικής υπερχρέωσης της χώρας. Δυστυχώς όμως οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ανακάλυψαν στον δανεισμό ένα καλό εργαλείο για να εξαναγκάσουν τον λαό να πορευτεί στον ίδιο καταστροφικό κατήφορο.
Μάλιστα ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου στην 9η Σύνοδο της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ το 1983ανακάλυπτε ότι λόγω της κρίσης:
«Η Ελλάδα θα πρέπει να στηριχτεί αρκετά στον εξωτερικό δανεισμό, όχι περισσότερο από πριν, αλλά τουλάχιστον όσο πριν. Και εδώ είναι το κλειδί της ιστορίας. Εάν η οικονομία σου δεν κριθεί φερέγγυα, με κάποια έννοια του νοικοκύρη, θα αναγκαστείς να πας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να χτυπήσεις την πόρτα του. Και αυτοί θα σου δώσουν. Αλλά υπό τον όρο πλέον ότι αυτοί θα επιβάλουν – εκείνοι σε σένα – την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής σου. Και αυτό σημαίνει: Τέρμα το σοσιαλιστικό πείραμα».
Το σκηνικό της προσφυγής στο ΔΝΤ άρχισε να στήνεται από την εποχή που ο Α. Παπανδρέου έκανε την ιστορική ανακάλυψη ενός «σοσιαλιστικού πειράματος» με δανεικά και μάλιστα χρωστούμενα στις ξένες κεφαλαιαγορές. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο αποδέχτηκαν να συνεχίσουν την αποπληρωμή όλων των προηγούμενων ληστρικών δανειακών συμβάσεων, αλλά ξεκίνησαν και τον δικό τους καταστροφικό κύκλο υπερχρέωσης.
Για παράδειγμα, φρόντισαν να φορτώσουν στον κρατικό προϋπολογισμό τις αποκαλούμενες «προβληματικές επιχειρήσεις», αυτές δηλαδή που είχαν λεηλατήσει οι ιδιοκτήτες τους με την αμέριστη βοήθεια των «δανεικών κι αγύριστων» των κυβερνήσεων Καραμανλή. Όχι μόνο φόρτωσαν στο κράτος τα τεράστια ιδιωτικά χρέη που είχαν συσσωρεύσει αυτές οι επιχειρήσεις, αλλά τις κράτησαν για σχεδόν μια δεκαετία ουσιαστικά ανενεργές ή σε κατάσταση σκόπιμης υπολειτουργίας, πληρώνοντας μέσω του Οργανισμού Ανασυγκρότησης των Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) τους μισθούς των εργαζομένων σ’ αυτές με αντάλλαγμα την ψήφο τους.
Με τον τρόπο αυτόν όχι μόνο κατέστρεψαν την αφρόκρεμα των παραγωγικών επιχειρήσεων της ελληνικής οικονομίας εκείνης της εποχής, όχι μόνο εκμαύλισαν συστηματικά το πιο παραγωγικό εργατικό δυναμικό της χώρας, αλλά μετασχημάτισαν τη ληστεία των προβληματικών σε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος. Τελικά, άλλες τις έκλεισαν και άλλες τις πούλησαν για παλιοσίδερα.
Κι όχι μόνο αυτό. Ο εναγκαλισμός των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ με την τότε ΕΟΚ είχε ως αντάλλαγμα τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα(ΜΟΠ), τα οποία αποτέλεσαν την απαρχή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων προς τη χώρα, έχοντας ευθύς εξαρχής σκοπό να εκμαυλίσουν και να διαφθείρουν πλατιά κοινωνικά στρώματα, ώστε να αποδεχτούν την υποταγή της χώρας στην «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».
Προκειμένου οι αγρότες να μη φωνάζουν για την αδιάθετη παραγωγή τους, τους έμαθαν να νοιάζονται μόνο για τα θαφτικά των χωματερών και τις επιδοτήσεις άνευ αντικρίσματος. Προκειμένου η επαγγελματική διανόηση να μη διαμαρτύρεται για τη μάστιγα της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της ετεροαπασχόλησης, τους έμαθαν να βολεύονται με τα κοινοτικά προγράμματα. Έτσι έκαναν τη δουλειά τους ανενόχλητοι και οι ποικίλοι επιτήδειοι του κομματικού μηχανισμού που συντηρούν ανέκαθεν και αναπαράγουν την εξουσία. Έτσι, για κάθε 100 ευρώ κοινοτικών επιχορηγήσεων, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά 250.
Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αδιαφόρησαν πλήρως για την εκτίναξη των εξωτερικών ελλειμμάτων, στην οποία συνέβαλε αποφασιστικά πρώτα η ΕΟΚ και αργότερα η Ε.Ε. Πώς αντιμετώπισαν αυτήν την εκτίναξη; Με τον πολύ παραδοσιακό τρόπο. Με επιστροφή, από το 1984 και μετά, στη μονόπλευρη λιτότητα και φυσικά στην έξαρση του δημόσιου δανεισμού.
Την εποχή εκείνη πλήθαιναν οι προειδοποιήσεις για τον εκτροχιασμό του δημόσιου χρέους, ειδικά του εξωτερικού. Ο ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος προειδοποιούσε ότι το 75% των νέων δανείων χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση των παλιών και επομένως «είναι πολύ αμφίβολο αν κατά τα προσεχή έτη η Ελλάς θα μπορεί να δανείζεται τόσο σημαντικά ποσά δίχως παρεμβάσεις διεθνών οργανισμών, δίχως δεσμεύσεις έναντι των δανειστών και δίχως υποθήκευση του οικονομικού μέλλοντος της χώρας» («Το Βήμα», 15.9.1985).
Το 1986 πρώτη φορά στο ΔΝΤ...
Η προειδοποίηση του Αγγελόπουλου δεν άργησε να επαληθευτεί. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αδυνατώντας να δανειστεί από το εξωτερικό, προσέφυγε το 1986 στην ΕΟΚ. Οι Βρυξέλλες ανταποκρίθηκαν με δάνειο της τάξης των 1,75 δισ. Ευρωπαϊκών Νομισματικών Μονάδων, το οποίο θα δινόταν σε δυο δόσεις «μετά από ανασκόπηση εκ μέρους της Νομισματικής Επιτροπής του ΔΝΤ της πορείας της ελληνικής οικονομίας κατά το 1986», όπως σημείωνε η έκθεση του ΔΝΤ εκείνη τη χρονιά.
Ήταν η πρώτη φορά που οι Βρυξέλλες έστελναν την Ελλάδα στο ΔΝΤ με μοχλό τον δανεισμό. Το τι ζητούσε το ΔΝΤ για να εγκρίνει τον εξωτερικό δανεισμό της ελληνικής κυβέρνησης ήταν αυτονόητο: «σταθερή εισοδηματική πολιτική ώστε να περιοριστεί η αύξηση του κόστους εργασίας συνοδευόμενη από αυστηρή νομισματική και οικονομική πολιτική...» («Ναυτεμπορική»,24.8.1986). Δηλαδή περικοπές μισθών, περικοπές δαπανών, άνοιγμα των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις κ.ο.κ.
Αυτός που ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις έξωθεν «υποδείξεις» ήταν ο γνωστός κ. Σημίτης, ο οποίος, ως υπουργός Οικονομικών, υποστήριζε το 1986 ότι «η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου οδήγησε σε αύξηση του εξωτερικού χρέους της χώρας». Επομένως «πρόγραμμα για τη συγκράτηση του εξωτερικού χρέους, χωρίς συγκράτηση της εγχώριας ενεργού ζήτησης, δεν μπορεί να υπάρξει» («Εξόρμηση», 7.2.1986) Τι φταίει λοιπόν για τον δανεισμό; Το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Τσακίστε το. Αυτή ήταν η φιλοσοφία Σημίτη.
Αυτό που ακολούθησε ήταν ουσιαστικά δυο δεκαετίες αυστηρής λιτότητας,ανοίγματος των αγορών, ιδιωτικοποιήσεων, απορρύθμισης των πάντων κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να γίνει το λατρεμένο παιδί των διεθνών κεφαλαιαγορών και να δανείζεται ασύστολα. Το δημόσιο χρέος και η εξυπηρέτησή του εκτινάσσονται στα ουράνια.
Όσο έβρισκε δάνεια καμιά κυβέρνηση δεν νοιάστηκε για το δημόσιο χρέος. Ούτε ο Μητσοτάκης ούτε ο Α. Παπανδρέου ούτε ο Σημίτης ούτε κι ο Καραμανλής. Κι όσο συμπίεζαν μισθούς και συντάξεις, όσο άνοιγαν όλο και περισσότερο τις αγορές, όσο ξεπουλούσαν και ιδιωτικοποιούσαν το σύμπαν, τόσο περισσότερο πίστευαν ότι θα βρίσκουν εσαεί να δανείζονται όσα ήθελαν, ανεξάρτητα από το ύψος του δημόσιου χρέους.
Κι έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε σήμερα, με μια διαλυμένη οικονομία, ένα χρεοκοπημένο κράτος και υπό καθεστώς κατοχής. Κι αντί να καθίσουμε στο σκαμνί τους αρχιτέκτονες αυτής της καταστροφής, τον κ. Μητσοτάκη, τον κ. Σημίτη και όλους τους υπόλοιπους, τους ανεχόμαστε να βγαίνουν δημόσια και να διαγκωνίζονται για νέους ρόλους στη «νέα μεταπολίτευση» που σχεδιάζουν οι επικυρίαρχοι πάνω στο πτώμα της χώρας και του λαού της.

Ευρώ: Υποτίμηση της νοημοσύνης μας, Δημήτρη Καζάκη

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010 

Του Δημήτρη Καζάκη *

 «Η επιστροφή στη δραχμή θα φέρει φτώχεια», φέρεται να είπε ο διευθυντής της Διεθνούς Ένωσης Οικονομολόγων (CEDIMES) για τη Γαλλία Αλέν Μπιενεμέ, μιλώντας στις 18.10 σε εκδήλωση που οργάνωσε το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ και το Ίδρυμα Δημητρίου και Μαρίας Δελιβάνη, με τη συνεργασία του Γενικού Προξενείου της Γαλλίας. «Η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και η επιστροφή της στη δραχμή θα έφερνε φτώχεια, δεν θα είχε καμία προοπτική για το μέλλον και ταυτόχρονα θα απαιτούσε τις θυσίες που έτσι κι αλλιώς πραγματοποιεί σήμερα ο ελληνικός λαός», ανέφερε ο Γάλλος οικονομολόγος.
Η δήλωση αυτή μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Γι’ αυτό ψάξαμε να βρούμε σε ποια οικονομικά επιχειρήματα στηρίζεται. Το μόνο που βρήκαμε είναι γενικές αναφορές στο ότι, αν διαλυόταν η Ευρωζώνη, πολλές χώρες θα καλούνταν να εξοφλήσουν στο εθνικότους νόμισμα δάνεια που έλαβαν σε ευρώ. Με άλλα λόγια, εκτός από τον φόβο του Μπιενεμέ μήπως και διαλυθεί η Ευρωζώνη και οι υπερχρεωμένες χώρες σταματήσουν να είναι τα θύματα των γαλλικών και άλλων τραπεζών, δεν βρήκαμε κανένα συγκεκριμένο οικονομικό επιχείρημα.
Όσο για το επιχείρημα ότι με τη διάλυση της Ευρωζώνης θα αυξανόταν το χρέος των χωρών που έχουν δανειστεί σε ευρώ, είναι τουλάχιστον αφελές. Διότι η διάλυση της Ευρωζώνης θα έφερνε την κατάργηση του ευρώ και επομένως τη μετατροπή των χρεών τους σε εθνικό νόμισμα. Αφήστε που θα συνοδευόταν με τη χρεοκοπία αρκετών τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων, η οποία, αν δεν φορτωθεί στα κράτη, θα σημάνει διαγραφή χρεών, ιδιωτικών και δημόσιων.
Επιπλέον η διάλυση του ευρώ θα έφερνε την αναβίωση της εγχώριας πιστωτικής αγοράς σε εθνικό νόμισμα που θα επέτρεπε τον δανεισμό με πολύ πιο ήπιους και διαχειρίσιμους όρους. Κανένα κράτος δεν χρεοκοπεί όταν δανείζεται από την εγχώρια αγορά με το δικό του νόμισμα. Η χρεοκοπία συνδέεται πάντα με χρέη από τις διεθνείςαγορές.

Σημίτης κατά Σημίτη

Ωστόσο το επιχείρημα ότι η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα σημάνει την καταστροφή για τη χώρα, είναι άκρως διαδεδομένο. Βεβαίως, το επιχείρημα αυτό δεν παίρνει καθόλου υπόψη του ένα πολύ απλό γεγονός. Την καταστροφή που σηματοδοτεί ήδη το ευρώ για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ξεχνά δηλαδή ότι τη μαζική φτώχεια, τη ραγδαία υποτίμηση, το πλήρες αδιέξοδο, τη χρεοκοπία, την ολοκληρωτική συντριβή της οικονομίας, δεν θα τη βιώσουμε άμα βγούμε από το ευρώ, αλλά τη βιώνουμε ήδη με το ευρώ.
Το ευρώ είναι που λειτούργησε καταλυτικά για τη σημερινή κατάσταση και το ευρώ είναι που δεν μας δίνει κανένα περιθώριο επιβίωσης ή ανάταξης της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας. Όσοι δεν έχουν καμιά απάντηση σ’ αυτό που ήδη συμβαίνει – εκτός φυσικά της πεπατημένης που αναπαράγει τη χρεοκοπία της χώρας – προσπαθούν εναγωνίως να σπείρουν τον φόβο για το τι τυχόν θα πάθουμε άμα απαλλαγούμε από το ευρώ.
Ένας από αυτούς είναι και ο κ. Σημίτης, ο οποίος πριν από λίγο καιρό είχε γράψει:
«Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα συνοδεύεται από την καθιέρωση της δραχμής ως νέου νομίσματος και την ταυτόχρονη αρχική επίσημη υποτίμησή της κατά 30% περίπου έναντι του ευρώ. Η πραγματική υποτίμηση πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερη, αφού η αγορά θα πιέσει την αξία της δραχμής σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Η αποχώρηση από την ΟΝΕ θα προκαλούσε καταστροφικούς κραδασμούς: μαζική έξοδο κεφαλαίων, απόσυρση των καταθέσεων από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με πιθανή συνέπεια την κατάρρευση της χρηματοδότησης της οικονομίας. Η οικονομία θα βρισκόταν πολύ γρήγορα σε πορεία συνεχώς επιτεινόμενης ύφεσης. Η κοινωνία θα διολίσθαινε σε χωρίς τέλος εξαθλίωση. Η αύξηση του χρέους κατά το ύψος της υποτίμησης θα επέβαλλε μακροχρόνια λιτότητα. Πιθανότατα έπειτα από ένα σύντομο διάστημα θα παρουσιαζόταν έντονος πληθωρισμός, ο οποίος θα εξάλειφε τα όποια προσωρινά οφέλη της υποτίμησης, επιβάλλοντας συνεχείς νέες υποτιμήσεις» («Πρώτο Θέμα», 16.05.2010).
Από πού προκύπτει αυτή η κατά 30% υποτίμηση; Ο κ. Σημίτης δεν μας εξηγεί. Θα μου πείτε, είναι υποχρεωμένος; Όχι, δεν είναι. Ούτε κι εμείς να πιστέψουμε τις αυθαίρετεςεκτιμήσεις του.
Βέβαια αυτό το περί μαζικής εξόδου κεφαλαίων, απόσυρσης καταθέσεων, «με πιθανή συνέπεια την κατάρρευση της χρηματοδότησης της οικονομίας», μάλλον σαν αστείοπρέπει να το εκλάβουμε. Μιας και η ελληνική οικονομία βιώνει αυτή την κατάσταση ολόκληρη τη δεκαετία του ευρώ. Την περίοδο αυτή πάνω από 252 δισ. ευρώ κεφάλαια μετανάστευσαν από την Ελλάδα είτε με τη μορφή τόκων, μερισμάτων και κερδών, είτε για να κερδοσκοπήσουν με μετοχές, παράγωγα, ομόλογα κ.ο.κ. στο εξωτερικό.
Ακόμη και τον Ιανουάριο – Αύγουστο του τρέχοντος έτους είχαμε πάνω από 40,6 δισ.ευρώ εκροή κεφαλαίου από την Ελλάδα, όταν ο δανεισμός του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ίδια περίοδο μέσω του μηχανισμού της τρόικας – για τον οποίο μας επιβλήθηκε το καθεστώς του μνημονίου – ανήλθε στα 18,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 8,7 δισ. ευρώ έφυγαν με τη μορφή αμοιβών, κερδών και τόκων στο εξωτερικό, τα 26,5 δισ. ευρώ προήλθαν από την εξαργύρωση ομολόγων και εντόκων γραμματίων από μη κατοίκους της Ελλάδας, καθώς και μετοχών από ελληνικές επιχειρήσεις. Ενώ 1,2 δισ. ευρώ έφυγαν από την Ελλάδα για να τοποθετηθούν σε μετοχές του εξωτερικού. Την ίδια περίοδο είχαμε 4,2 δισ. ευρώ επιπλέον τοποθετήσεις από εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα και θεσμικούς επενδυτές της χώρας σε καταθέσεις και repos στο εξωτερικό! Κι όλα αυτά σε περίοδο χρεοκοπίας και αδρών επιδοτήσεων στις τράπεζες.
Η «τρύπα» που δημιούργησε αυτή η εκροή, χάρις στην ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου της ΟΝΕ, όπως και οι αρνητικές αποταμιεύσεις που χαρακτήρισαν σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του ευρώ, λόγω κυρίως της διαρκούς λιτότητας, οδήγησαν σε μια τρομακτική κρίση χρηματοδότησης την ελληνική οικονομία. Η κρίση αυτή επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με δανεισμό, με όλο και μεγαλύτερη προσφυγή στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Έτσι οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία. Κι ενώ οι κυβερνώντες επιμένουν στην ίδια αδιέξοδη λογική, έρχονται και λένε πως, αν αυτή ανατραπεί, θα συμβεί αυτό ακριβώς που συμβαίνει ήδη. Πλήρης παραλογισμός.

Πότε είχε δίκιο;

Ας επανέλθουμε όμως στους ισχυρισμούς του κ. Σημίτη περί καταστροφικής υποτίμησης. Πότε ακριβώς η πολιτική υποτίμησης και διολίσθησης της δραχμής έγινε καταστροφική; Ρωτάμε διότι ο ίδιος ευθύνεται για τις δυο από τις τρεις επίσημες υποτιμήσεις της δραχμής που έγιναν επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. Να τι έλεγε το 1985 για το τι σημαίνει υποτίμηση:
«Σημαίνει ότι οι εξαγωγές μας, αν οι τιμές τους σε δραχμές είναι αμετάβλητες, θα κοστίζουν φθηνότερα. Αν πάλι οι τιμές των εξαγωγών μας σε δραχμές αυξηθούν κάπως, θα προκύψει ένα δυνατό κέρδος για εξαγωγές με επίσης ευεργετικάαποτελέσματα. Αντίστοιχα θα αυξηθεί το κόστος σε δραχμές των εισαγωγών με συνέπεια τα εγχώρια προϊόντα να γίνουν πιο ανταγωνιστικά και να υποκαταστήσουν πολλά ξένα στην αγορά. Θα πουλάμε επομένως περισσότερα στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό. Η κυβέρνηση δεν καινοτομεί με την υποτίμηση της δραχμής. Όλες οι χώρες με έναν σημαντικό ιδιωτικό τομέα στην οικονομία τους καταφεύγουν στην υποτίμηση όταν έχουν υποστεί σημαντική απώλεια στην ανταγωνιστικότητά τους… Η καινοτομία της πολιτικής μας εντοπίζεται στη ρύθμιση για τα εισοδήματα που θα αναλύσω.
Θα με ρωτήσετε γιατί περιμένουμε να διατηρηθεί το όφελος που θα προκύψει από την υποτίμηση, όταν προ τριετίας εξανεμίστηκε σε σύντομο διάστημα. Θα απαντήσω. Από τη διεθνή εμπειρία είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διατηρείται και εκείνες κάτω από τις οποίες εξανεμίζεται. Εξανεμίζεται όταν οι αυξήσεις τιμών που προκύπτουν από την υποτίμηση περάσουν στα εισοδήματα και αλυσιδωτά από τα εισοδήματα στις τιμές και τανάπαλιν, μέσα σε έναν φαύλο πληθωριστικό κύκλο. Τα μέτρα τα οποία θα διαφυλάξουν την ανταγωνιστικότητα αφορούν την τροποποίηση της ΑΤΑ και τον έλεγχο των υπόλοιπων εισοδημάτων» (Βουλή, 12.10.1985).
Ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο κ. Σημίτης ισχυριζόταν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που ισχυρίζεται σήμερα. Τότε η υποτίμηση της δραχμής δεν ήταν πηγή κάποιου «προσωρινού οφέλους», όπως λέει σήμερα, αλλά πηγή αναπτυξιακής δυναμικής για την ελληνική οικονομία. Η λιτότητα δεν ήταν επακόλουθο της υποτίμησης, αλλά αναγκαστικό συμπλήρωμά της για να μην εξανεμιστεί η υποτιθέμενη αναπτυξιακή δυναμική της. Πότε έλεγε την αλήθεια ο κ. Σημίτης; Τότε ή τώρα; Ούτε τότε ούτετώρα. Αυτή είναι η αλήθεια.
Το πρόβλημα δεν είναι αυτή καθαυτή η υποτίμηση του νομίσματος, αλλά οι σκοπιμότητες και οι συνθήκες που την επιβάλλουν, όπως και οι πολιτικές που τη συνοδεύουν. Ακόμη κι αν αναγκαστεί η οικονομία να υποστεί μια σημαντική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, αυτό δεν θα σημάνει την καταστροφή της. Αρκεί να σκεφτεί κανείς το εξής: Πότε τα πράγματα είναι καλύτερα; Με μια υποτίμηση, που όμως συνοδεύεται από μια πολιτική στήριξης του λαϊκού εισοδήματος, του μισθού και της σύνταξης, με εξασφάλιση των εργασιακών, ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, με προστασία της μικρής και μεσαίας επιχείρησης από τις μονοπωλιακές καταστάσεις της αγοράς, τις φορολογικές επελάσεις και τη ληστρική πρακτική των τραπεζών; Ή με τη σημερινή πολιτική, η οποία, προκειμένου να μην υποτιμηθεί το νόμισμα, υποτιμά την κοινωνία, την εργασία και την οικονομία ως σύνολο;

Αυτοί που κάποτε σκοπίμως ξεφτίλιζαν τη δραχμή

Μια αναγκαστική υποτίμηση δεν είναι καθόλου υποχρεωτικό να συνοδευτεί από λιτότητα, εξαθλίωση και ύφεση. Ακόμη και ο κ. Σημίτης παραδεχόταν ότι μια πολιτική στήριξης του εισοδήματος θα εξανέμιζε τις επιδράσεις της υποτίμησης. Γι’ αυτόν ήταν κακό αυτό επειδή στόχευε με την υποτίμηση να ενισχύσει τα κέρδη. Όμως μια πολιτική ενίσχυσης του λαϊκού εισοδήματος και παραγωγικής ανασυγκρότησης μπορεί όντως να εξανεμίσει ή έστω να εξισορροπήσει τις όποιες αρνητικές συνέπειες μιας υποτίμησης.
Γι’ αυτό και η τελευταία έκθεση της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη που δημοσιοποιήθηκε στις 14.9 έγραφε τα εξής χαρακτηριστικά για την εφαρμογή του μνημονίου στην Ελλάδα: «Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότεροεπώδυνη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, έτσι ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».
Ούτε που διανοείται η έκθεση να συγκρίνει την πολιτική δημοσιονομικής ασφυξίας και υποτίμησης της οικονομίας που εφαρμόζεται με τη νομισματική υποτίμηση και τις αρνητικές επιπτώσεις της.
Όλοι αυτοί που σήμερα εξισώνουν την υποτίμηση με την αυτοκαταστροφή της ελληνικής οικονομίας, είναι οι ίδιοι που σε κυβερνητικές θέσεις την εποχή της δραχμής δόξαζαν την πολιτική υποτιμήσεων και διολίσθησης ως σωτήρια για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Αρκεί να συνδυάζεται με πολιτικές αίματος σε βάρος των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων και της χώρας. Γι’ αυτό ξεφτίλισαν σκόπιμα τη δραχμή.
Μέσα στα τελευταία 20 χρόνια της δραχμής (1981-2001) – με τις τρεις εφάπαξ υποτιμήσεις και τις συνεχείς διολισθήσεις – η δραχμή έγινε φθηνότερη κατά 90%,ώσπου να φτάσει στην ισοτιμία με την οποία αντικαταστάθηκε από το ευρώ. Όλα αυτά για να ξεκληριστεί το λαϊκό εισόδημα και να ενισχυθούν τα κέρδη των τραπεζών και των ιδιωτικών μονοπωλίων. Τα ίδια ακριβώς κέρδη που υπερασπίζονται και σήμερα με το να εμφανίζουν την έξοδο από το ευρώ ως συνώνυμο της καταστροφής.
Με το ευρώ είναι αδύνατον να δημιουργηθούν πλεονάσματα (εισοδήματα και αποταμιεύσεις) ικανά να χρηματοδοτήσουν μια γρήγορη παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας της χώρας. Τη μόνη ικανή να εξασφαλίσει τη σταθερότητα του νομίσματος, αλλά και της οικονομίας συνολικά. Κι αυτό γιατί το ευρώ, επειδή δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και πρέπει να κρατά τη συναλλαγματική του αξία σε υψηλά επίπεδα για να διευκολύνει τη χρηματοδότηση των μεγάλων τραπεζών προσελκύοντας το ενδιαφέρον των διεθνών κερδοσκόπων, προϋποθέτει συνεχή λιτότητα και διαρκή υποτίμηση της οικονομίας.
Από τη στιγμή που δεν μπορεί να προσαρμοστεί η αξία του νομίσματος στην οικονομία, τότε προσαρμόζεται διά της βίας η ίδια η οικονομία στην αξία του νομίσματος. Αυτό συμβαίνει σε ολόκληρη την περίοδο του ευρώ. Με κερδισμένους μόνο τους διεθνείς επενδυτές, τις διεθνείς τράπεζες και τις πολυεθνικές με τα κυκλώματά τους σε κάθε χώρα.
Όσο θα υφίσταται αυτό το καθεστώς του κοινού νομίσματος, η χώρα είναι υποχρεωμένη αφενός να υποτιμά διαρκώς την εργασία και την οικονομία της και αφετέρου να καλύπτει τα όλο και μεγαλύτερα παραγωγικά της ελλείμματα με ιδιωτικό και δημόσιο δανεισμό, με όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: αναπαραγωγή και διαιώνιση της σημερινής χρεοκοπίας. Για να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο χρειαζόμαστε οπωσδήποτε εθνικό νόμισμα. Όχι για να πλημμυρίσουμε την οικονομία με χρήμα, αλλά για να χρηματοδοτήσουμεορθολογικά τις ανάγκες της. Για να μας επιτραπεί να προχωρήσουμε πολύ γρήγορα στην ανάταξη και την παραγωγική ανασυγκρότησή της. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με έναν τρόπο, αυτόν που εξηγούσε ένας από τους ιστορικούς διοικητές της Τραπέζης της Ελλάδος, ο Ξενοφών Ζολώτας:
«Πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν – και αυτό είναι γενικά, πλέον, παραδεκτό – ότι σε περίπτωσι υφέσεως δεν πρέπει ν’ αφήνουμε τους πραγματικούς μισθούς να πέφτουν. Η διατήρησι της αγοραστικής δυνάμεως των μισθών και ημερομισθίων είναι απαραίτητη, πρώτον για τη διατήρησι του επιπέδου ζωής των μισθωτών και δεύτερον γιατί, αν δεν αναπροσαρμόσουμε τα χρηματικά εισοδήματα των μισθωτών, ώστε να διατηρηθή η αγοραστική τους δύναμι, είναι δυνατό να διαιωνίσουμε την οικονομική ύφεσι…
Εξ άλλου, η ζήτησι των οικονομικά ασθενέστερων ατόμων – όπως των μισθωτών – στρέφεται, κατά βάσι, προς εγχώρια προϊόντα, ώστε από το ένα μέρος να προκύπτη αμεσότερη τόνωσι της εγχώριας παραγωγής και από το άλλο να μετριάζωνται, τουλάχιστο σε πρώτη φάσι, οι δυσμενείς επιπτώσεις στο ισοζύγιο πληρωμών. Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι, επί πλέον, κατά την αναπροσαρμογή των μισθών και των ημερομισθίων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η αύξησι της παραγωγικότητος της εργασίας, που εξασφαλίζει τη συμμετοχή των μισθωτών στην αύξησι του εθνικού προϊόντος, χωρίς να δημιουργούνται κίνδυνοι πληθωρισμού».
Αυτά τα έλεγε το 1975 και διατηρούν στο ακέραιο την αξία τους σήμερα. Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή διέξοδος από την ύφεση, κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς και οποιεσδήποτε συνθήκες, αν δεν υπάρξει μια γενναία αύξηση των λαϊκών εισοδημάτων μέσα από μια αναδιανομή πλούτου. Μόνο έτσι η οικονομία μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της. Υπό την προϋπόθεση ότι θα την απαλλάξουμε από τον βρόχο του δημόσιου χρέους, ενώ τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από το άγος του ιδιωτικού χρέους.


Ο Δημήτρης Καζάκης  είναι οικονομολόγος – αναλυτής


ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 28-10-10), 
http://www.topontiki.gr/article/10961

"Απαλλοτριώστε τους Ελληνες", μια Ανάλυση των ''Χρεών''


"Απαλλοτριώστε τους Ελληνες".

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010 

Του Δημήτρη Καζάκη - Οικονομολόγου-αναλυτή από το "Ποντίκι"

Ποιο είναι το κυρίως ζητούμενο μετά και την επίσημη προσφυγή της Ελλάδας στον «μηχανισμό στήριξης» της Ε.Ε.καιτου ΔΝΤ;
Η επίσημη άποψη είναι τραγικά απλοϊκή: Σύμφωνα με τον κ. Παπανδρέου, «οι εταίροι μας θα συνδράμουν άμεσα και αποφασιστικά ώστε να παράσχουν στην Ελλάδα το απάνεμο λιμάνι που θα μας επιτρέψει να ξαναχτίσουμε το σκάφος μας με γερά και αξιόπιστα υλικά. Άλλα και να στείλουν και ένα ισχυρό μήνυμα στις αγορές ότι η Ε. Ε. δεν παίζει και προστατεύει το κοινό μας συμφέρον και το κοινό μας νόμισμα».

Τι θα μας κοστίσει αυτό το «απάνεμο λιμάνι»; Κατά την κ. Μέρκελ αλλά και την υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας κ. Λαγκάρντ, απαιτείται καταρχάς να δεσμευτεί άμεσα η κυβέρνηση της Ελλάδας σε νέα μέτρα περιστολής δαπανών, σε νέα μέτρα λιτότητας, πριν καν εγκριθεί το «πακέτο» των 45 δισ. ευρώ.
Όλοι γνωρίζουν τι σημαίνει αυτό. Ακόμη μεγαλύτερες περικοπές σε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες κ.ο. κ.

Αυτό όμως που δεν γνωρίζει ο πολύς κόσμος είναι ότι το κυρίως ζητούμενο με το «πακέτο στήριξης» και την εγκατάσταση του ΔΝΤ στη χώρα υπό την εποπτεία της Ε.Ε., δεν είναι απλώς οι επιπλέον «θυσίες» που θα κληθούν να καταβάλουν τα λαϊκά στρώματα. Το επίδικο ζήτημα είναι η εθνική κυριαρχία της χώρας. Με την κηδεμονία του ΔΝΤ και της Ε. Ε. ο Ελληνας εργαζόμενος δεν κινδυνεύει να χάσει μόνο τη δουλειά του, τη σύνταξη του, τα δικαιώματα του, κινδυνεύει να χάσει και την ίδια τη χωρα του. Κινδυνεύει να γίνει μετανάστης, και μάλιστα λαθραίος, στην ίδια του τη χώρα.

Ο κ. Παπανδρέου ήταν πολύ ξεκάθαρος πάνω σ' αυτό:
«Και επειδή πολλοί λένε τι σημαίνει αυτή η επιτήρηση, τι σημαίνει αυτή η κηδεμονία, το έλεγα και το 2004, όταν μας έκαναν αυτή την απογραφή και μπήκαμε στην επιτήρηση. Έλεγα στην τότε κυβέρνηση: "Ξέρετε, μας βάλατε σε επιτήρηση, αυτό είναι ουσιαστικά σαν να παίρνετε ένα μέρος της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας". Αυτό έχουμε σήμερα. Και πάλι, λόγω των ελλειμμάτων μας, ήρθε η Ευρωπαϊκή'Ενωση - ήρθε σήμερα και το
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο- και μας επιτηρεί. Δεν είναι απλώς επιτήρηση, είναι μία μορφή κηδεμονίας, για να το πούμε πολύ απλά και με ειλικρίνεια. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο.
Και μάλιστα εχθές είδα σε μια διαδήλωση αφίσες "Έξω από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο". Θα μπορούσα να συνυπογράψω και να βάλω και από κάτω "Έξω και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή". Απλώς, δεν θα φύγουν με πέτρες και δεν θα φύγουν με βία. Θα φύγουν όταν εμείς θα έχουμε βάλει τάξη στην οικονομία μας, όταν εμείς θα έχουμε ανορθώσει ξανά την κοινωνία μας, όταν εμείς θα έχουμε ζήσει αυτή την επιτυχία».

Σ' ολόκληρη την ιστορία της χώρας πολύ δύσκολα θα βρεθεί πρωθυπουργός που τόσο εύκολα παρέδωσε την εθνική ανεξαρτησία και την κυριαρχία της χώρας του.
Ακόμη και για τα προσχήματα οι εκάστοτε πρωθυπουργοί έθεταν ως θέμα αρχής την εθνική κυριαρχία. Μοναδική εξαίρεση οι κυβερνήσεις των δωσίλογων στην κατοχή. Σήμερα η χώρα τίθεται επίσημα υπό νέα κατοχή, υπό νέα διεύθυνση και ο επίσημος πρωθυπουργός της χώραςτο μόνο που κάνει είναι όχι μόνο να την αναγνωρίζει, αλλά και να καλεί τον λαό να σκύψει το κεφάλι για να την αποδεχτεί.


Σε άλλες εποχές η στάση αυτή θα ισοδυναμούσε με δωσιλογισμό, όχι όμως σήμερα όταν ένας τύποις σοσιαλιστής βιάζεται να παραδώσει το κουμάντο της χωρας στους γκαουλαιτερ της Ε. Ε. καιτου ΔΝΤ.


Το «Όχι» του Τρικούπη

Ανάλογο ιστορικό προηγούμενο, όπως είπαμε, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί. Για παράδειγμα, την εποχή της επίσημης χρεωκοπίας της χώρας με το γνωστό «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του Χ. Τρικούπη το 1893, οι διαπραγματεύσεις της τότε κυβέρνησης με τους ξένους κατόχους ομολόγωντου ελληνικού χρέους διήρκεσαν σχεδόν τρία χρόνια και αφορούσαν τις εγγυήσεις που ζητούσαν οι δανειστές του κράτους.

Ο Χ. Τρικούπης και η κυβέρνηση του, παρά το γεγονός ότι είχαν ενδώσει σε όλες τις απαιτήσεις των ξένων τοκογλύφων, έθεταν ως απαράβατο όρο να μην τεθεί θέμα «ελέγχου της διοίκησης της χωρας, της διαχείρισης των δημοσιονομικών ή ανάμειξης με οιονδήποτε άλλο τρόπο στην κυριαρχία ή την ανεξαρτησία της» (επιστολή Χ. Τρικούπη στις εν Λονδίνω επιτροπές ομολογιούχων, 12.2.1894).

Οι ξένοι δανειστές απάντησαν (12.4.1894) ότι με τον όρο αυτό δεν υπήρχε καμιά εξασφάλιση ότι θα πάρουν τα λεφτά τους και ζήτησαν απότην ελληνική κυβέρνηση να παραδώσει τη δημοσιονομική διαχείριση τηςχωρας σε ειδική επιτροπή που θα όριζαν οι ίδιοι για να είναι σίγουροι ότι θα πληρωθούν.
Η κυβέρνηση Τρικούπη αρνήθηκε να υποκύψει και οι διαπραγματεύσεις δεν ευοδώθηκαν. Ήταν, βλέπετε, ανήκουστο, ακόμη και γιατην τότε κυβέρνηση, που είχε οδηγήσει τη μικρή ανήμπορη Ελλάδα στη χρεωκοπία, να παραδώσει οικειοθελώς τα κλειδιά της χώρας στους ξένους δανειστές.

Βέβαια, οι διεθνείς τοκογλύφοι της εποχής είχαν έναν πολύ ισχυρό σύμμαχο με το μέρος τους. Το παλάτι, που κερδοσκοπούσε κι αυτό με τα ελληνικά ομόλογα. Έτσι, σε συνεργασία με τον τότε βασιλιά Γεώργιο Α', έστησαν τον ελληνοτουρκικό «πόλεμο-οπερέτα» του 1897. Με κύριο σκοπό τη συντριβή της Ελλάδας.
Με τον τρόπο αυτό οι ξένοι τοκογλύφοι και οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής πέτυχαν τελικά τον στόχο τους: την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898.

Ο Δημήτριος Ράλλης, ως τυπικός πρωθυπουργός ενός υποτελούς κράτους, εξέθετε τους επαχθέστατους όρους του διακανονισμού της Βρετανίας και της Γερμανίας με τον σουλτάνο ερήμην της ηττημένης Ελλάδας με την πολύ γνωστή κινδυνολογία: Αν τυχόν και απορριφθούν οι όροι, «ηθέλομεν καταλύσει το έργον των πατέρων ημών, το από το 1821 μέχρι σήμερον, και ηθέλομεν αναγκασθή να καταφύγωμεν εις τα όρη, όπως επαναρχίσωμεν τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Τοιούτον αγώνα ουδέποτε θέλω συμβουλεύσει υμίν, υπό τους σημερινούς μάλιστα διεθνείς όρους».

Ανέκαθεν η εθελοδουλία και η υποτέλεια, την ίδια στιγμή που ξεπουλούσε τοις μετρητοίς τη χώρα, γινόταν για να μη χαθούν το έθνος, ο ελληνισμός, η πατρίδα, ενώ έβρισκε τους «διεθνείς όρους» πάντα δυσμενείς. Δεν περιμένει κανείς να διαφέρει ο κ. Παπανδρέου.

* Γιατίόμωςτέτοια πρεμούρα;

* Γιατί αυτή η ολοφάνερη αγωνία του πρωθυπουργού να μην αφήσει κανένα ίχνος αμφιβολίας ότι η χώρα τίθεται υπό αποικιοκρατική κηδεμονία;

* Γιατί δεν φροντίζει ούτε καν να κρατήσει τα προσχήματα;

• Πόσο δύσκολο θα του ήταν να προσποιηθεί ότι η κυβέρνηση του εξακολουθεί να κρατά τα ηνία;

* Τι είναι αυτό που έρχεται και αφορά τις τύχες της ίδιας της χώρας, ώστε αναγκάζει τον πρωθυπουργό να προετοιμάζει από τώρα το έδαφος;


Αδιανόητοι εκβιασμοί

Ο κ. Πάγκαλος αποδέχτηκε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να βάλει κόκκινες γραμμές. «Κόκκινες γραμμές βάζεις όταν είσαι σε θέοη ισχύος. Εδώ εμείς αιτούμεθα» επισήμανε.
Με άλλα λόγια, είναι τέτοια η ομολογία χρεωκοπιας του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, ώστε η κυβέρνηση έχει παραιτηθεί ακόμη και από τη διατύπωση όρων προς το ΔΝΤ καιτην Ε.Ε.

Γιατί αυτό; Διότι η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλα ότι τόσο οι αγορές, δηλαδή οι διεθνείς τράπεζες και οι θεσμικοί επενδυτές, όσο και οι ευρωκρατούντες έχουν ήδη προγράψει την τύχη της χώρας. Όλο και περισσότερο εμφανίζονται «αναλύσεις» που αμφισβητούν τη δυνατότητα επιβίωσης της.

Έτσι, π.χ., πριν απο έναν μήνα καικάτι, ο Ντέιβιντ Χέιλ της Clobal Economics, με έδρα το Σικάγο και στενούς δεσμούς με τη Γουόλ Στριτ, ανακάλυπτε στους «Financial Times»(3.3) ότι η περίπτωση της Ελλάδας μοιάζει εκπληκτικά μ εαυτην της... Newfoundland:
«Μία παλιά ξεχασμένη ιστορία μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για την Ελλάδα. Είναι εκείνη της Newfoundland και της πιο δραματικής αναδιάρθρωσης χρέους τωντελευταίων 100ετών.
Η Newfoundland έγινε ουσιαστικά ανεξάρτητη το 1855 ως αυτοδιοικούμενη αποικία της βρετανικής αυτοκρατορίας, αποκτώντας το καθεστώς της κτήσης το 1907. Δανείστηκε πολύ κατά τη διάρκεια του 1914-18 για να χρηματοδοτήσει τον ρόλο της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και εξακολούθησε να παρουσιάζει δημοσιονομικά ελλείμματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920.

Το 1933, οι τράπεζες του Καναδά απείλησαν ότι θα διακόψουντον δανεισμό προς τη Newfoundland. Η Newfoundland στράφηκε προς το Λονδίνο για βοήθεια και η κυβέρνηση απέστειλε μια βασιλική επιτροπή για να μελετήσει το πρόβλημα. Μετά τρεις μήνες διερεύνησης και συλλογής εκτεταμένων μαρτυριών, πρότεινε μια ριζοσπαστική λύση. Ήθελε το Κοινοβούλιο της Newfoundland να ψηφίσει την κατάλυση του και να περάσει όλες τις εξουσίες σε έξι δημόσιους λειτουργούς, τρεις από την πρωτεύουσα Σεντ Τζον και τρεις από το Λονδίνο.

Αντιμετωπίζοντας την ταπεινωτική προοπτική μιας πτώχευσης, το Κοινοβούλιο της Newfoundland συμφώνησε και κατέλυσε τη δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας. Μερικοί Εργατικοί βουλευτές στο Λονδίνο υποστήριξαν ότι η πτώχευση ήταν προτιμότερη , αλλά η δημοκρατία στις αρχές της δεκαετίας του 1930 είχε βγει εκτός μόδας και έτσι όλοι αποδέχτηκαν την επαναφορά του καθεστώτος της αποικιοκρατίας.
Η Newfoundland παρέμεινε κάτω απότον έλεγχο της επιτροπής έως ότου ψήφισε να μετατραπεί η 10η επαρχία του Καναδά στα 1949.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να ακολουθήσει αυτό το παράδειγμα με το να ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση να διαλύσει τη Βουλή και να παραδώσει τις εξουσίες της κυβέρνησης σε μια επιτροπή από έξι γραφειοκράτες, τρεις από Αθήνα και τρεις από Βρυξέλλες. Η επιτροπή θα εγγυάτο το χρέος της Ελλάδας και θα διοικούσε τη χώρα μέχρις ότου αποκτήσει ξανά φερεγγυότητα.

Πιθανόν να υπάρξουν περισσότερες διαμαρτυρίες ενάντια στην απώλεια της δημοκρατίας
στην Ελλάδα απ' ό,τι στη Newfoundland, αλλά θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τη ριζική αναδιάρθρωση που χρειάζεται η Ελλάδα. Η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στη δημοκρατία το 2015 μετον υψηλότερο ρυθμό ανόδου στην Ευρώπη».


«Απαλλοτριώστε τουςΈλληνες»!

Την ημέρα που επίσημα ο πρωθυπουργός της χώρας προσέφυγε στον «μηχανισμό στήριξης», έθετετο ίδιο πάλι ερώτημα και ο Εντουαρντ Χάντας απότην Thomson Reuters: Θα μπορούσε η Ελλάδα να ακολουθήσει το μονοπάτι της Newfoundland;
«Βεβαρημένο με μια ανίσχυρη κυβέρνηση, ένα υπερτιμημένο νόμισμα και τεράστια χρέη, το έθνοςτου Βόρειου Ατλαντικού παραιτήθηκε από την οικονομική και πολιτική του κυριαρχία το 1934. Η κατάσταση της Ελλάδας είναι παρόμοια, αν και το ΔΝΤ και η Ε.Ε. θα είναι περισσότερο διακριτικοί-και έτσι η Αθήνα πιθανόν να μην πάρει αρκετή βοήθεια για να αποτρέψει την πτώχευση».

Το ίδιο ερώτημα έθετε και η γερμανική «Frankfurter Allgemeine Zeitung» (25.4): «Από τη στιγμή που η Ελλάδα δεν έχει χρήματα κάλεσε την Ε. Ε. σε βοήθεια. Αν αυτό δεν είναι αρκετό, θα καταφύγει στην εκποίηση περιουσίας. Ωστόσο το κρίσιμο ερώτημα είναι: Υπάρχει αγορά για άσπρα αρχαία μνημεία;».
Η εφημερίδα συνεχίζει υποδεικνύοντας τρόπους εξεύρεσης πόρων για να πληρωθούν οι δανειστές της Ελλάδας:
«Ένας δικτάτορας θα ανακαλύψει στην Ελλάδα ότι εξακολουθεί να διαθέτει τεράστιες ευκαιρίες για να παραγάγει έσοδα και να εξυπηρετήσει τους τόκους. Η Αθήνα θα μπορούσε να πουλήσει κρατικές επιχειρήσεις, οι δημόσιοι υπάλληλοι να βγαίνουν στη σύνταξη όλο και πιο αργά ώστε να περικοπούν δραστικά οι δαπάνες για συντάξεις και να επαγγελματικοποιήσει την είσπραξη των φόρων. Όλα αυτά θα έφερναν έσοδα. Ως τελευταίο καταφύγιο, η κυβέρνηση διαθέτει ακόμη και τη θεωρητική δυνατότητα να απαλλοτριώσειτους 10 εκατομμύριαΕλληνες».

Η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου τρέχει να προλάβει τέτοιου είδους παραινέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 21.4 ανακοίνωσε την παράδοση της «τύχης» εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και σε αυτό των δαπανών, σε πέντε πολυεθνικές: Arthur Andersen, Deloitte & Touche, Ernst and Young, KPMG, Price Waterhouse Coopers.
Με αυτόν τον τρόπο άρχισε να εγκαθίσταται ο αναγκαίος μηχανισμός της επιτήρησης και της κηδεμονίας.

Και όχι μόνο. Υπό το νέο καθεστώς εξασφαλίζεται η πλήρης φορολογική ασυλία των πολυεθνικών και μονοπωλιακών επιχειρήσεων, ενώ τον απλό φορολογούμενο, εργαζόμενο και μικροεπιχειρηματία, τον περιμένουν πολύ δύσκολες ημέρες ασφυκτικής και ασύδοτης φοροεπιδρομής.
Οι εταιρείες αυτές θα λειτουργήσουν όπως οι εισπρακτικές εταιρείες των τραπεζών, που έφεραν τους οφειλέτες σε απόγνωση.

Με ανάλογες κινήσεις, που αφορούν την εκποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, σιδηροδρόμων, δημόσιας ακίνητης και κινητής περιουσίας κ.ο.κ. -, η κυβέρνηση ενθαρρύνει τη δημιουργία επενδυτικών σχημάτων του εξωτερικού που περιμένουν στην ουρά για το πλιάτσικο της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Πρόκειται κυρίως για σκιώδη επιχειρηματικότητα, την οποία η κυβέρνηση «ανακάλυψε» ξαφνικά στα «καταγώγια» της διεθνούς αγοράς, δηλαδή στις διάφορες χώρες ευκαιρίας, όπως είναι τα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν κ.ο.κ., που χρησιμεύουν κυρίως για να ξεπλένουν μαύρο χρήμα: πολιτικό, επιχειρηματικό ή άλλο.
Με αυτόν τον τρόπο η εκποίηση της χώρας μετατρέπεται σ' ένα ιδανικό πλυντήριο μαύρου χρήματος και αδιαφανών επενδύσεων, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Τι όμως φοβίζει πραγματικά τις αγορές; μας το εξηγεί ένας από τους σχολιαστές των "Financial Times" (24.3):
«Όμως αναρωτιέμαι κατά πόσο η Ελλάδα πρόκειται να πέσει πολύ σύντομα σε φουρτουνιασμένα νερά και κοφτερούς βράχους. Βρισκόμουν στη Λετονία το προηγούμενο καλοκαίρι - μια χώρα που έχει ήδη υποχρεωθεί να υποκύψει σε πρόγραμμα ΔΝΤ-Ε.Ε.,σε αντάλλαγμα έκτακτης χρηματοδότησης. Οι συνέπειες ήταν εξαιρετικά σοβαρές. Είναι σαν να παρακολουθείς μια ολόκληρη χώρα να περνά μέσα από το οικονομικό ισοδύναμο μιας χημειοθεραπείας. Οι Λετονοί έπρεπε να αντέξουν μια διψήφια περικοπή μισθών και συντάξεων, η οποία βάθυνε μια ήδη άσχημη ύφεση.

Εξεπλάγην και εντυπωσιάστηκα από τη στωικότητα με την οποία οι Λετονοί πήραν το σκληρό φάρμακο.Όμως πολύ φοβάμαι ότι οι'Ελληνες δεν θα είναι τόσο καταδεκτικοί- και σύντομα θα έχουμε προβλήματα στους δρόμους. Ο Παπανδρέου έχει ήδη προειδοποιήσει όλους εκείνους που ίσως θελήσουν να διώξουν το ΔΝΤ με μια βροχή από πέτρες».

Πριν από αρκετά χρόνια, τη δεκαετία του '80, όταν οι λαοί και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής αγωνίζονταν για να ξεφύγουν από το χρέος, ο 'Αλαν Γκαρσία Πέρεζ, τότε πρόεδρος του Περού, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 1985, έλεγε χαρακτηριστικά: «Βρισκόμαστε μπροστά σε μια δραματική επιλογή:» το χρέος ή η δημοκρατία». Με τη δήλωση αυτή ο Πέρεζ ανακοίνωνε ότι χώρα του προκειμένου να διασώσει τη δημοκρατία και την κυριαρχία της θα προχωρούσε σε μονομερή παύση πληρωμών, δηλαδή σε άρνηση πληρωμής του χρέους.

Σήμερα και η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά στην ίδια δραματική επιλογή. Ή ο λαός θα επιβάλει την άρνηση της πληρωμής του χρέους για να διασώσει τη χώρα του, τη δουλειά του, τη σύνταξη του, τα δικαιώματα και το μέλλον του, ή η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια νέα Newfoundland από την αποικιοκρατική κηδεμονία της Ε.Ε. και του ΔΝΤ.